Episode 386
⚖️Η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη: όταν η ηθική βεβαιότητα σκοτώνει και η φτώχεια απλώς καλύπτει
Στην ιστορία, οι πιο αιματηροί φόνοι δεν έγιναν από μίσος αλλά από αγάπη για το «καλό». Η Ιερά Εξέταση δεν βασάνιζε για εκδίκηση· βασάνιζε για σωτηρία ψυχών. Τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του 20ού αιώνα δεν εκτελούσαν από σαδισμό· εκτελούσαν για κάθαρση, για πρόοδο, για το μέλλον. Πάντα υπάρχει μια υπέρτατη ιδέα που ζητά αίμα για να δικαιωθεί. Όταν ο άνθρωπος πειστεί ότι υπηρετεί κάτι ανώτερο από τον ίδιο, τότε ο φόνος παύει να είναι έγκλημα και γίνεται καθήκον. Εκεί γεννιέται ο πιο επικίνδυνος τύπος φονιά: όχι ο παρορμητικός, αλλά ο ηθικά βέβαιος. Εκείνος που δεν αμφιβάλλει. Εκείνος που δεν μετανοεί. Εκείνος που κοιμάται ήσυχος, επειδή πιστεύει πως έκανε το σωστό.
Η Μήδεια είναι το αρχέτυπο του φόνου που βαφτίζεται δικαιοσύνη. Μάγισσα, ξένη, απόλυτα βέβαιη για τη δύναμή της, δεν σκοτώνει ποτέ από παρόρμηση αλλά από απόφαση. Τεμαχίζει σώματα, εξαφανίζει ίχνη, οργανώνει τον θάνατο ως πράξη ελέγχου. Όταν σκοτώνει τα παιδιά της, δεν τα σκοτώνει από τρέλα αλλά από κυριότητα. Τα θεωρεί κτήμα της, προέκταση της θέλησής της, εργαλεία τιμωρίας του Ιάσωνα. Εκείνη απονέμει δικαιοσύνη, εκείνη ορίζει το τίμημα, εκείνη αποφασίζει ποιος θα ζήσει και ποιος όχι. Η Μήδεια δεν είναι απλώς μια φόνισσα μητέρα. Είναι μια ιδιωτική εξουσία που στέκεται πάνω από τον νόμο, τη φύση και τον Θεό. Στο πρόσωπό της ο μύθος καταγράφει κάτι διαχρονικό: όταν ο άνθρωπος πειστεί ότι κατέχει την αλήθεια και τη σωτηρία, τότε ο φόνος γίνεται πράξη ηθική και όχι έγκλημα.
Τότε ο μύθος κατεβαίνει από το ύψος του και παίρνει σώμα καθημερινό. Η Φραγκογιαννού είναι η Μήδεια χωρίς βασιλικό μανδύα, χωρίς άρμα θεών, χωρίς σκηνή τραγωδίας. Είναι η ίδια δομή ψυχής μέσα σε φτωχό σπίτι και στενά σοκάκια. Όπως η Μήδεια έτσι κι εκείνη ασχολείται με τη μαγεία όχι ως δεισιδαιμονία αλλά ως άσκηση εξουσίας. Μαθαίνει να πιστεύει ότι η θέλησή της μπορεί να διορθώσει τον κόσμο. Δεν σκοτώνει εν βρασμώ· σκοτώνει με σχέδιο. Δεν παραδίνεται στο πάθος· υπακούει σε μια εσωτερική βεβαιότητα. Τα κορίτσια δεν είναι πρόσωπα αλλά λογαριασμοί ζωής και θανάτου. Όπως τα παιδιά της Μήδειας γίνονται όργανα τιμωρίας του Ιάσωνα, έτσι και τα παιδιά της Φραγκογιαννούς γίνονται μέσα κάθαρσης μιας κοινωνίας που η ίδια θεωρεί διεφθαρμένη. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε την ίδια ύβρη: μια γυναίκα που αυτοαναγορεύεται σε δικαστή της ζωής. Η διαφορά δεν είναι ηθική αλλά κλίμακας. Η Μήδεια δρα στο επίπεδο του μύθου, η Φραγκογιαννού στο επίπεδο της κοινότητας. Ο μηχανισμός όμως είναι κοινός και αμείλικτος: όταν ο άνθρωπος πιστέψει ότι υπηρετεί το καλό, τότε ο φόνος παύει να βαραίνει τη συνείδηση και μετατρέπεται σε καθήκον.
Και οι δύο γυναίκες έχουν τρία κοινά θεμέλια:
μαγεία – φόνο – αυθεντία πάνω στη ζωή
Η Μήδεια δεν σκοτώνει εν βρασμώ. Τεμαχίζει. Διαλύει σώματα. Διαχειρίζεται τον θάνατο με τελετουργία. Αυτό δεν είναι πάθος. Είναι εξουσία.
Το ίδιο και η Φραγκογιαννού. Δεν σκοτώνει από έκρηξη. Επαναλαμβάνει. Συνεχίζει.
Βελτιώνεται. Αυτό είναι σειριακή λογική, όχι στιγμιαίο έγκλημα.
👉 η αυταπάτη της κυριότητας πάνω στον Άλλον
Η Μήδεια θεωρεί τα παιδιά της ιδιοκτησία.
Τα έφερε εκείνη στον κόσμο, άρα μπορεί και να τα αφαιρέσει.
Ο Ιάσωνας δεν θα τιμωρηθεί μέσω λόγου· θα τιμωρηθεί μέσω οντολογικού ακρωτηριασμού.
Η Φραγκογιαννού θεωρεί τα κορίτσια βάρη. Όχι πρόσωπα. Όχι ζωές. Λογαριασμούς.
Και όποιος θεωρεί τον άλλον βάρος, έχει ήδη κάνει το πρώτο έγκλημα.
Και οι δύο γυναίκες: δεν βλέπουν τον εαυτό τους ως εγκληματία βλέπουν τον εαυτό τους ως όργανο δικαιοσύνης
Η Μήδεια λέει: εγώ αποδίδω δικαιοσύνη στον άπιστο άντρα
Η Φραγκογιαννού λέει: εγώ αποδίδω δικαιοσύνη σε μια άδικη κοινωνία
Διαφέρει το αφήγημα. Η ψυχική πράξη είναι ίδια.
Και εδώ η μαγεία παίζει ρόλο-σφραγίδα:
Η μαγεία είναι η πεποίθηση ότι η θέλησή μου υπερισχύει της φύσης και του Θεού. Αυτό δεν το έχει ο απλός άνθρωπος. Το έχει ο άνθρωπος που έχει ήδη αποκοπεί από το όριο.
Η Μήδεια και η Φραγκογιαννού ανήκουν στο ίδιο γενεαλογικό δέντρο: γυναίκες που δεν αντέχουν την αδυναμία και μετατρέπουν τη μαγεία σε ηθική εξουσία.
Δεν σκοτώνουν από πόνο· σκοτώνουν από βεβαιότητα.
Και κάτι τελευταίο, σκληρό αλλά αληθινό: και οι δύο τιμωρούν μέσω του αθώου. Αυτό είναι το ανώτερο επίπεδο φόνου.
Η θηλυκή ύβρη δεν είναι η βία του ισχυρού, αλλά η βία εκείνου που γεννά, φροντίζει και αφαιρεί. Είναι ύβρη ιδιότυπη, γιατί ντύνεται με τα ρούχα της μητρότητας, της προστασίας, της μέριμνας. Η γυναίκα που διαπράττει αυτή την ύβρη δεν δηλώνει εχθρός της ζωής· δηλώνει διαχειρίστριά της. Η Μήδεια και η Φραγκογιαννού δεν στέκονται απέναντι στη ζωή, στέκονται πάνω από τη ζωή. Δεν λένε θα σκοτώσω επειδή μισώ. Λένε θα σκοτώσω επειδή ξέρω καλύτερα. Εκεί ακριβώς συντελείται η ύβρη: όταν το χέρι που έμαθε να κρατά γίνεται χέρι που αποφασίζει να αφαιρέσει. Όχι από παρόρμηση, αλλά από βεβαιότητα. Η θηλυκή ύβρη δεν φωνάζει, δεν εκρήγνυται· ψιθυρίζει πως όλα γίνονται για το καλό. Και γι’ αυτό είναι πιο επικίνδυνη. Γιατί καταργεί το όριο όχι με μίσος, αλλά με στοργή διεστραμμένη σε εξουσία. Εκεί η ζωή παύει να είναι μυστήριο και γίνεται αντικείμενο κρίσης. Και όταν ο άνθρωπος πιστέψει ότι μπορεί να κρίνει ποια ζωή αξίζει, τότε έχει ήδη διαπράξει την ύψιστη ύβρη.
Η Νέμεση δεν έρχεται με κραυγές ούτε με θεαματική τιμωρία. Δεν είναι εκδίκηση· είναι αποκατάσταση του μέτρου. Στη Μήδεια, η Νέμεση είναι η απόλυτη μοναξιά μετά την πράξη, το κενό που κανένας θεός δεν γεμίζει. Στη Φραγκογιαννού, η Νέμεση δεν έχει πρόσωπο ανθρώπινο· έχει μορφή φύσης. Το νερό, ο βάλτος, η καταδίωξη χωρίς διώκτες. Δεν την τιμωρεί η κοινωνία, γιατί η κοινωνία τη γέννησε. Την τιμωρεί η ίδια η ζωή που νόμισε ότι μπορεί να διαχειριστεί. Εκεί κλείνει ο κύκλος της ύβρεως: όχι με μετάνοια, αλλά με σιωπή. Η Νέμεση δεν λέει «έφταιξες». Λέει «πέρασες το όριο». Και όταν το όριο παραβιαστεί, ο άνθρωπος δεν συντρίβεται από τον νόμο, αλλά επιστρέφεται στη φύση για να χαθεί μέσα της.
Και τότε έρχεται η παπαδιαμαντική σιωπή — όχι ως αδυναμία λόγου, αλλά ως τελική κρίση
Ο Παπαδιαμάντης δεν υψώνει κατηγορητήριο, δεν ζητά εξιλέωση, δεν μοιράζει συγχωροχάρτια. Αποσύρεται. Αφήνει τη Φραγκογιαννού να χαθεί χωρίς φωνή, χωρίς κοινό, χωρίς δικαίωση. Η σιωπή του είναι αυστηρότερη από κάθε καταδίκη, γιατί δεν προσφέρει ερμηνεία που να ανακουφίζει. Δεν λέει «ήταν φτωχή» ούτε «ήταν άρρωστη». Λέει μόνο ό,τι αντέχει να ειπωθεί: πέρασε το όριο. Και όταν το όριο περνιέται, ο λόγος παύει. Εκεί όπου η ύβρις ζητούσε βεβαιότητα, η Νέμεση απαντά με κενό. Εκεί όπου η φόνισσα πίστεψε πως επιτελεί έργο σωτηρίας, η αφήγηση αποσύρεται και την αφήνει μόνη απέναντι στη φύση. Η παπαδιαμαντική σιωπή δεν συγχωρεί και δεν εκδικείται. Απλώς αποσύρει το βλέμμα. Και αυτή η απόσυρση είναι η πιο αμείλικτη μορφή κρίσης.
Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο. Γιατί η λογοτεχνία δεν υπάρχει για να μας παρηγορεί, αλλά για να μας ξυπνά 🌊.
👉 angeligeorgiastoryteller.gr/support
Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι
👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67
🪟 Angeli Georgia – Storyteller of Light 🕊️
