Episode 533
🎭 Πέρσες του Αισχύλου – Όταν η αλαζονεία της δύναμης γονατίζει μπροστά στον νόμο του μέτρου 👑
Στην ιστορία του παγκόσμιου θεάτρου υπάρχουν έργα που δεν επιβιώνουν επειδή αφηγούνται ένα μεγάλο γεγονός, αλλά επειδή κατορθώνουν να μετατρέψουν το γεγονός σε αιώνιο στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη φύση. Η τραγωδία Πέρσες (αυθεντικός αρχαίος τίτλος: Πέρσαι) του Αισχύλου θεωρείται η παλαιότερη πλήρως σωζόμενη τραγωδία, δεν είναι ένα μνημείο πολεμικού θριάμβου ούτε ένας ποιητικός παιάνας για τη νίκη των Ελλήνων στη Σαλαμίνα. Είναι κάτι πολύ βαθύτερο και γι’ αυτό πολύ πιο συγκλονιστικό: είναι η στιγμή όπου ο νικητής σκύβει πάνω από τον ηττημένο και αναζητά μέσα στα συντρίμμια του όχι την απόλαυση της υπεροχής, αλλά την τραγική αλήθεια της ανθρώπινης μοίρας.
Όταν ο Αισχύλος παρουσιάζει τους Πέρσες το 472 π.Χ. στην αθηναϊκή σκηνή, πραγματοποιεί κάτι σχεδόν αδιανόητο για έναν δημιουργό που είχε βιώσει προσωπικά τη φωτιά των Περσικών Πολέμων. Δεν ανεβάζει ένα έργο εθνικής υπερηφάνειας. Δεν παραδίδει στους συμπολίτες του ένα θεατρικό μνημείο εκδίκησης απέναντι στον εχθρό που λίγα χρόνια πριν είχε εισβάλει στην πατρίδα τους. Αντίθετα, στρέφει το βλέμμα προς την άλλη πλευρά του πεδίου της μάχης: εκεί όπου δεν ακούγονται οι παιάνες των νικητών, αλλά οι κραυγές εκείνων που έχασαν.
Αυτή η επιλογή αποτελεί την πρώτη μεγάλη πράξη μεγαλοφυΐας του ποιητή. Ο Αισχύλος δεν γράφει την ιστορία της Σαλαμίνας. Γράφει την ψυχή της Σαλαμίνας. Δεν τον ενδιαφέρει η καταγραφή ενός πολεμικού γεγονότος όπως θα την αναλάβει αργότερα ο Ηρόδοτος. Τον ενδιαφέρει η βαθύτερη ηθική μηχανή που κινεί την ανθρώπινη μοίρα. Πώς ένας άνθρωπος φτάνει από την κορυφή στην πτώση; Πότε η δύναμη παύει να είναι χάρισμα και γίνεται καταστροφή; Ποιο είναι το αόρατο σημείο όπου η φιλοδοξία μεταμορφώνεται σε ύβρη;
Οι Πέρσες είναι ίσως το πρώτο μεγάλο θεατρικό έργο της ανθρωπότητας που τολμά να κοιτάξει τον αντίπαλο όχι ως τέρας, αλλά ως τραγικό άνθρωπο.
Η σκηνή ανοίγει στα Σούσα, στο κέντρο μιας αυτοκρατορίας που ακόμη πιστεύει στο μεγαλείο της. Όμως ο Αισχύλος δεν επιλέγει την ώρα της δύναμης· επιλέγει την ώρα της αναμονής. Ο περσικός στρατός έχει ήδη συντριβεί στη Σαλαμίνα, αλλά η είδηση δεν έχει φτάσει ακόμα στην αυλή. Αυτή η δραματουργική σύλληψη είναι εκπληκτική. Το κοινό γνωρίζει αυτό που οι ήρωες αγνοούν. Η συμφορά υπάρχει ήδη, απλώς περιμένει να αποκαλυφθεί. Έτσι το έργο δεν είναι πορεία προς την καταστροφή. Είναι πορεία προς την επίγνωση της καταστροφής.
Εδώ βρίσκεται και το μεγαλείο του Αισχύλου. Ο ίδιος πολέμησε εναντίον των Περσών. Έζησε τον Μαραθώνα. Γνώρισε τον φόβο μιας αυτοκρατορίας που απειλούσε να καταπιεί την Ελλάδα. Και όμως, όταν ανεβαίνει στη σκηνή, δεν χαρίζει στο αθηναϊκό κοινό μια εύκολη εικόνα του εχθρού. Δεν παρουσιάζει τέρατα, αλλά ανθρώπους. Δεν παρουσιάζει μια Περσία άξια περιφρόνησης, αλλά μια Περσία που θρηνεί.
Ο στόχος του δεν είναι να θριαμβολογήσει, αλλά να προειδοποιήσει και τους ίδιους τους Αθηναίους για τους κινδύνους της ακόρεστης φιλοδοξίας και της πλεονεξίας που μπορεί να γεννήσει κάθε μορφή δύναμης όταν χάνει την αυτογνωσία της.
Το μήνυμα αυτό, που διατρέχει ολόκληρη την τραγωδία, συμπυκνώνεται με τον πιο καθαρό τρόπο στα λόγια του φαντάσματος του Δαρείου: η πτώση δεν αρχίζει όταν χάνεται μια μάχη, αλλά όταν ο άνθρωπος πιστέψει πως βρίσκεται πάνω από τα όρια που του έχουν τεθεί.
«ὕβρις γὰρ ἐξανθοῦσ᾽ ἐκάρπωσεν στάχυν
ἄτης, ὅθεν πάγκλαυτον ἐξαμᾷ θέρος. τοιαῦθ᾽ ὁρῶντες τῶνδε τἀπιτίμια μέμνησθ᾽ Ἀθηνῶν Ἑλλάδος τε, μηδέ τις ὑπερφρονήσας τὸν παρόντα δαίμονα ἄλλων ἐρασθεὶς ὄλβον ἐκχέῃ μέγαν. Ζεύς τοι κολαστὴς τῶν ὑπερκόμπων ἄγαν φρονημάτων ἔπεστιν, εὔθυνος βαρύς.
όταν ανθίσει η αλαζονεία καρπίζει το στάχυ
της τύφλωσης και απ' αυτό μόνο δάκρυα μπορεί να θερίσει κανείς. Αυτά να βλέπετε εσείς και να μην ξεχνάτε την Αθήνα, ούτε την Ελλάδα και κανείς να μην περιφρονεί τη μοίρα του ποθώντας άλλη και σκορπώντας τη μεγάλη ευτυχία του. Γιατί ο Δίας παραμονεύει τιμωρός των παραφουσκωμένων φιλοδοξιών ελέγχοντάς τες αυστηρά. Αυτή είναι ίσως η πιο επαναστατική πράξη της τραγωδίας: η αναγνώριση του πόνου του άλλου.
Υπόθεση του έργου
Η δράση των «Περσών» μεταφέρει τον θεατή στην καρδιά της Περσικής Αυτοκρατορίας, στα Σούσα, μέσα στο βαρύ και ανήσυχο περιβάλλον της βασιλικής αυλής. Ο μεγάλος βασιλιάς Ξέρξης βρίσκεται μακριά, επικεφαλής της εκστρατείας του εναντίον της Ελλάδας, επιδιώκοντας να εκδικηθεί την παλαιότερη ήττα των Περσών στον Μαραθώνα. Πίσω του έχει αφήσει τη διοίκηση του κράτους στους ηλικιωμένους συμβούλους της αυλής, άνδρες σοφούς και έμπειρους, παλιούς συντρόφους του πατέρα του, του ένδοξου βασιλιά Δαρείου. Εκείνοι όμως δεν αισθάνονται τη βεβαιότητα της νίκης. Μια αδιόρατη αγωνία βαραίνει την ατμόσφαιρα, καθώς ο περσικός στρατός έχει φύγει εδώ και καιρό και κανένα μήνυμα δεν έχει φτάσει ακόμη από την Ελλάδα. Η μεγάλη καταστροφή στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας έχει ήδη συμβεί, όμως στα ανάκτορα των Σούσων κανείς δεν το γνωρίζει ακόμη. Ο Αισχύλος δεν παρουσιάζει τη μάχη την ώρα που γίνεται· επιλέγει την πιο τραγική στιγμή: την αναμονή πριν από την αποκάλυψη της συμφοράς.Το έργο ανοίγει με την Πάροδο, όπου ο Χορός των γερόντων Περσών μπαίνει στην ορχήστρα γεμάτος φόβο και ανησυχία για την τύχη του στρατού και του βασιλιά τους. Η σιωπή από το μέτωπο μοιάζει προμήνυμα κακού.
τοιόνδ᾽ ἄνθος Περσίδος αἴας
οἴχεται ἀνδρῶν,
οὓς πέρι πᾶσα χθὼν Ἀσιῆτις
θρέψασα πόθῳ στένεται μαλερῷ,
τοκέες τ᾽ ἄλοχοί θ᾽ ἡμερολεγδὸν
τείνοντα χρόνον τρομέονται.
«Τέτοιο άνθος της περσικής γης
έχει φύγει ανδρών,
για τους οποίους όλη η ασιατική γη,
που τους έθρεψε, στενάζει με φλογερό καημό
κι οι γονείς και οι γυναίκες τους κάθε μέρα που περνά
τρέμουν καθώς τεντώνει ο χρόνος.»
Οι γέροντες της περσικής αυλής ανακαλούν με υπερηφάνεια τα ονόματα των μεγάλων αρχηγών που ακολούθησαν τον Ξέρξη στην εκστρατεία του. Μπροστά στα μάτια του θεατή ξεδιπλώνεται η εικόνα μιας αχανούς αυτοκρατορίας: Πέρσες, Αιγύπτιοι, Λυδοί, Μύσιοι, Βαβυλώνιοι και λαοί από ολόκληρη την Ασία έχουν ενωθεί κάτω από το ίδιο βασιλικό πρόσταγμα.
Αυτή η απέραντη στρατιά, περνώντας τον Ελλήσποντο πάνω στη γέφυρα που δημιούργησε ο Ξέρξης, μοιάζει με ασταμάτητο ανθρώπινο ποτάμι που ξεχύνεται προς την Ευρώπη. Η δύναμή της φαίνεται ακατανίκητη. Κι όμως, πίσω από τη βεβαιότητα της ισχύος αρχίζει ήδη να γεννιέται ένας σκοτεινός φόβος. Οι γέροντες γνωρίζουν πως η ανθρώπινη υπεροψία μπορεί να προκαλέσει την επέμβαση των θεών και πως η μεγαλύτερη δύναμη μπορεί μέσα σε μια στιγμή να μετατραπεί σε συντριβή.
Στο Πρώτο Επεισόδιο εμφανίζεται η βασίλισσα Άτοσσα, σύζυγος του νεκρού Δαρείου και μητέρα του Ξέρξη. Η είσοδός της είναι επιβλητική, αντάξια μιας γυναίκας που υπήρξε η καρδιά της περσικής δυναστείας. Όμως πίσω από τη βασιλική μεγαλοπρέπεια κρύβεται ένας βαθύς φόβος.
Τη νύχτα την έχουν ταράξει δυσοίωνα όνειρα. Βλέπει τον Ξέρξη να προσπαθεί να υποτάξει δύο γυναίκες στο άρμα του. Η μία, που συμβολίζει την Ασία, δέχεται τον ζυγό· η άλλη, η Ελλάδα, αντιστέκεται και αρνείται να υποταχθεί. Η προσπάθεια του βασιλιά καταλήγει σε ταπείνωση: πέφτει στο έδαφος και σκίζει τα βασιλικά του ενδύματα. Έπειτα ένας αετός, ιερό σύμβολο δύναμης και βασιλικής εξουσίας, δέχεται επίθεση από ένα γεράκι. Οι γέροντες επιχειρούν να καθησυχάσουν την Άτοσσα και τη συμβουλεύουν να ζητήσει τη βοήθεια των θεών και να προσφέρει τιμές στη σκιά του Δαρείου. Η βασίλισσα, ανήσυχη, ρωτά για τον άγνωστο λαό που τόλμησε να αντισταθεί στην περσική δύναμη: τους Αθηναίους.
Η απάντηση αποκαλύπτει την ουσιαστική διαφορά δύο κόσμων. Η Αθήνα δεν στηρίζεται στην υποταγή σε έναν απόλυτο μονάρχη ούτε στον απέραντο πλούτο μιας αυτοκρατορίας. Ο θησαυρός της βρίσκεται στο ασήμι του Λαυρίου και κυρίως στους ανθρώπους της, που δεν αποκαλούνται δούλοι κανενός. Είναι ελεύθεροι πολίτες, οι ίδιοι που με ασπίδες και δόρατα είχαν σταματήσει τον Δαρείο στον Μαραθώνα. Τότε η αγωνιώδης αναμονή τελειώνει. Ένας αγγελιαφόρος φτάνει από το πεδίο της καταστροφής φέρνοντας την είδηση που όλοι φοβούνταν: «Χάθηκε το άνθος των Περσών».
Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας έχει οδηγήσει σε ολοκληρωτική ήττα. Ο αγγελιαφόρος αφηγείται με επικό μεγαλείο τη σύγκρουση: ο περσικός στόλος, αν και αριθμητικά υπέρτερος, παγιδεύτηκε στα στενά νερά της Σαλαμίνας. Εκεί όπου η τεράστια δύναμη έγινε αδυναμία και τα μικρότερα, ευκίνητα ελληνικά πλοία απέκτησαν το πλεονέκτημα.
Χάρτης της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας
ὦ παῖδες Ἑλλήνων, ἴτε,
ἐλευθεροῦτε πατρίδ', ἐλευθεροῦτε δὲ
παῖδας, γυναῖκας, θεῶν τέ πατρῴων ἕδη,
θήκας τε προγόνων· νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγών.
«Παιδιά των Ελλήνων, εμπρός,
ελευθερώστε πατρίδα, ελευθερώστε και
παιδιά, γυναίκες, ιερά των θεών,
Η ύβρις δεν είναι απλώς υπερηφάνεια. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος ξεχνά πως είναι άνθρωπος. Είναι η στιγμή που η εξουσία μεθά τόσο πολύ από τον εαυτό της ώστε θεωρεί πως μπορεί να καταργήσει τα όρια που έχουν τεθεί από τη φύση, τους θεούς και την ίδια την ανθρώπινη συνθήκη.
Ο Ξέρξης δεν τιμωρείται επειδή είναι Πέρσης. Αυτό θα ήταν μια μικρή, εθνικιστική ανάγνωση ενός τεράστιου ποιητή. Ο Ξέρξης συντρίβεται επειδή πίστεψε πως η δύναμη μπορεί να γίνει παντοδυναμία.
Το μεγαλύτερο σύμβολο αυτής της αλαζονείας είναι η γεφύρωση του Ελλήσποντου. Δεν πρόκειται μόνο για στρατηγικό έργο. Στα μάτια του Αισχύλου είναι μια μεταφυσική παραβίαση. Ο βασιλιάς επιχειρεί να δέσει τη θάλασσα, να υποτάξει το στοιχείο που από τη φύση του είναι ελεύθερο. Θέλει να επιβάλει τη θέλησή του όχι μόνο σε ανθρώπους, αλλά στην ίδια τη δημιουργία. Εκεί αρχίζει η πτώση του.
Ο ίδιος ο Ξέρξης κατορθώνει να σωθεί, όμως η σωτηρία του μοιάζει περισσότερο με τιμωρία παρά με λύτρωση. Επιστρέφει ζωντανός για να αντικρίσει το μέγεθος της καταστροφής που προκάλεσε η ίδια του η φιλοδοξία. Οι σπουδαίοι αρχηγοί του περσικού στρατού, άνδρες που λίγο πριν αντιπροσώπευαν τη δύναμη και το μεγαλείο της αυτοκρατορίας, απαριθμούνται ξανά ένας προς έναν. Αυτή τη φορά όμως όχι ως σύμβολα δόξας, αλλά ως ονόματα νεκρών.
«Γιατί, να ξέρεις ότι ποτέ ως τώρα δεν πέθαναν τόσοι πολλοί άνθρωποι μέσα σε μια μέρα» (εὖ γὰρ τόδ᾽ ἴσθι, μηδάμ᾽ ἡμέρᾳ μιᾷ πλῆθος τοσουτάριθμον ἀνθρώπων θανεῖν, στ. 431-432).
Η παρουσία του Δαρείου αποτελεί ένα από τα υψηλότερα σημεία της τραγωδίας. Ο νεκρός βασιλιάς ανεβαίνει από τον Άδη ως φωνή μιας χαμένης σοφίας. Δεν έρχεται μόνο ως πατέρας. Έρχεται ως εκπρόσωπος μιας αντίληψης εξουσίας που γνώριζε ακόμη τον σεβασμό προς τα όρια.
Και εδώ ο Αισχύλος γίνεται διαχρονικός. Γιατί κάθε εποχή γεννά τους δικούς της Ξέρξηδες. Η τραγωδία δεν αφορά μόνο έναν Πέρση βασιλιά του 5ου αιώνα π.Χ. Αφορά κάθε μορφή εξουσίας που πιστεύει πως η ισχύς αποτελεί απόδειξη ανωτερότητας.
Η Άτοσσα αποτελεί μία από τις πιο ενδιαφέρουσες γυναικείες μορφές του αρχαίου δράματος. Δεν είναι απλώς η βασίλισσα μιας αυτοκρατορίας. Είναι η μητέρα που βλέπει πίσω από το στέμμα το παιδί της. Εκεί όπου οι άλλοι βλέπουν τον ηγέτη που οδήγησε χιλιάδες ανθρώπους στον θάνατο, εκείνη βλέπει τον γιο που επιστρέφει συντετριμμένος. Μέσα από την Άτοσσα ο πόλεμος εγκαταλείπει τους αριθμούς και αποκτά πρόσωπο. Δεν υπάρχουν πλέον μόνο στρατοί και αυτοκρατορίες. Υπάρχουν μητέρες, γυναίκες, σπίτια που δεν θα ξανακούσουν τα βήματα εκείνων που έφυγαν. Το όνειρο της Άτοσσας ολοκληρώνεται με μια βαθιά συμβολική εικόνα: ένα μικρόσωμο αλλά γρήγορο γεράκι επιτίθεται σε έναν μεγάλο και ανυπεράσπιστο αετό. Δεν πρόκειται απλώς για έναν δυσοίωνο εφιάλτη, αλλά για προμήνυμα της επερχόμενης τιμωρίας που γεννά η ανθρώπινη αλαζονεία.
Ο Αισχύλος χρησιμοποιεί εδώ μια εικόνα γεμάτη νοήματα. Ο βασιλικός αετός, σύμβολο δύναμης, κυριαρχίας και εξουσίας, αντιπροσωπεύει τον Ξέρξη και την απέραντη περσική αυτοκρατορία. Απέναντί του στέκεται το μικρό γεράκι, που συμβολίζει τις αριθμητικά κατώτερες ελληνικές δυνάμεις. Όμως η δύναμη δεν βρίσκεται πάντα στο μέγεθος. Ο μικρός αντίπαλος καταφέρνει να πλήξει τον φαινομενικά ανίκητο κυρίαρχο, προαναγγέλλοντας ποιητικά την έκβαση της σύγκρουσης.
Ο Χορός των γερόντων Περσών δεν αποτελεί διακοσμητικό στοιχείο, όπως συχνά αντιμετωπίζεται λανθασμένα ο χορός της αρχαίας τραγωδίας. Είναι η ίδια η συλλογική ψυχή της Περσίας. Κουβαλά τη μνήμη της παλιάς δόξας, την εμπειρία της γενιάς του Δαρείου και ταυτόχρονα έναν υπόγειο φόβο που λειτουργεί σχεδόν προφητικά. Πριν ακόμη ακουστεί η είδηση της ήττας, η αγωνία έχει φωλιάσει μέσα τους.
Ο Αισχύλος γνωρίζει πως οι μεγάλες πτώσεις προαναγγέλλονται. Πριν καταρρεύσουν τα βασίλεια, έχει ήδη κλονιστεί η εσωτερική τους ισορροπία.
Η αντίθεση Δαρείου και Ξέρξη είναι η αιώνια σύγκρουση ανάμεσα στη σοφία και στην αλαζονεία. Ο Δαρείος αντιλαμβάνεται την εξουσία ως ευθύνη. Ο Ξέρξης την αντιλήφθηκε ως επέκταση του εγώ του. Και αυτή η διαφορά γεννά την καταστροφή.
Η περίφημη αισχύλεια αλυσίδα ύβρη – άτη – νέμεση αποκτά εδώ την πιο καθαρή θεατρική της μορφή. Η ύβρις γεννά την τύφλωση. Η τύφλωση οδηγεί σε λάθος επιλογές. Οι λάθος επιλογές φέρνουν την αναπόφευκτη συνέπεια.
Οι θεοί του Αισχύλου δεν λειτουργούν σαν αυθαίρετοι τιμωροί. Είναι οι φύλακες μιας τάξης. Όταν ο άνθρωπος επιχειρεί να γίνει μεγαλύτερος από το μέτρο που του αναλογεί, δεν τον καταστρέφει μια εξωτερική δύναμη. Τον καταστρέφει η ίδια η υπερβολή του. Η εξουσία του Ξέρξη στους «Πέρσες» του Αισχύλου παρουσιάζεται ως η απόλυτη μορφή μοναρχικής κυριαρχίας. Δεν βασίζεται στη συναίνεση των λαών, αλλά στην επιβολή της δύναμης και στην υποταγή μέσω της ανάγκης και του φόβου (ἀνάγκαις, στ. 587). Όσο ο στρατός του παραμένει πανίσχυρος, η αυτοκρατορία φαίνεται ακλόνητη. Μετά όμως από τη συντριβή στη Σαλαμίνα, μαζί με τη στρατιωτική ισχύ απειλείται να χαθεί και η υπακοή των υποτελών λαών (στ. 584-590). Οι άνθρωποι που μέχρι τότε σιωπούσαν κάτω από την εξουσία του βασιλιά μπορούν πλέον να αποκτήσουν ξανά τη φωνή τους και να μιλήσουν ελεύθερα (στ. 591-594).
Η εκστρατεία του Ξέρξη είχε ως σκοπό όχι απλώς τη νίκη επί της Ελλάδας (στ. 234), αλλά την πλήρη υποδούλωσή της. Ήθελε να της επιβάλει «ζυγό δουλείας» (ζυγὸν ἀμφιβαλεῖν δούλιον Ἑλλάδι, στ. 50). Όμως απέναντί του βρίσκεται ένας διαφορετικός κόσμος. Οι Αθηναίοι δεν αναγνωρίζουν κανέναν απόλυτο κυρίαρχο, καθώς «κανενός δούλοι δεν λογίζονται, ούτε και υπήκοοι κανενός ανθρώπου» (οὔτινος δοῦλοι κέκληνται φωτὸς οὐδ᾽ ὑπήκοοι, στ. 242).
Αυτή η σύγκρουση ανάμεσα στην υποταγή και στην ελευθερία αποτυπώνεται συμβολικά στο όνειρο της Άτοσσας. Η γυναίκα που συμβολίζει την Ελλάδα αντιδρά, αρνείται τα δεσμά και σπάζει τον ζυγό που προσπαθούν να της επιβάλουν (στ. 194-196). Αντίθετα, η μορφή που αντιπροσωπεύει την Περσία παρουσιάζεται πειθήνια και συνηθισμένη στην υπακοή, καθώς «είχε στόμα που δεχόταν εύκολα τα χαλινάρια» (ἐν ἡνίαισί τ᾽ εἶχεν εὔαρκτον στόμα, στ. 193).
Σε αυτήν ακριβώς την αντίθεση στηρίζεται και η ερμηνεία που βλέπει στους «Πέρσες» όχι μόνο την εξιστόρηση μιας ελληνικής στρατιωτικής νίκης, αλλά κυρίως τη σύγκρουση δύο πολιτικών αντιλήψεων: της ελευθερίας απέναντι στην απολυταρχία. Η Σαλαμίνα παρουσιάζεται έτσι περισσότερο ως νίκη ενός ελεύθερου πολιτεύματος παρά απλώς ως επικράτηση ενός λαού πάνω σε έναν άλλο.
Ωστόσο ο Αισχύλος δεν αντιμετωπίζει τους Πέρσες ως ξένους προς την ανθρώπινη μοίρα. Στο όνειρο της Άτοσσας οι δύο γυναίκες παρουσιάζονται ως «αδελφές από το ίδιο γένος» (κασιγνήτα γένους ταὐτοῦ, στ. 185-186), θυμίζοντας την παράδοση που αναφέρει και ο Ηρόδοτος (7.61.3), σύμφωνα με την οποία οι Πέρσες θεωρούνταν απόγονοι του Περσέα, γιου του Δία και της Δανάης. Έτσι, ο ποιητής δεν δημιουργεί μόνο αντίθεση, αλλά και έναν βαθύτερο δεσμό ανάμεσα στους δύο κόσμους.
Η διαφορά τους φαίνεται και στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον πλούτο. Η περσική αυλή περιβάλλεται από αφθονία και πολυτέλεια. Η Άτοσσα, παρά την αγωνία της, εμφανίζεται μέσα στη χλιδή (στ. 608) και εκφράζει την αντίληψη πως ο πλούτος και τα υλικά αγαθά αποτελούν βασικό στοιχείο της ανθρώπινης ευτυχίας (στ. 163-167). Με την ίδια εικόνα παρουσιάζεται και η ζωή των νέων Περσίδων, που χάνουν τώρα τη «χλιδάτη» ευτυχία τους (χλιδανή, στ. 544).
Ακόμη και ο αγγελιαφόρος, αναγγέλλοντας την καταστροφή, θρηνεί τη χώρα του ως τόπο αμέτρητου πλούτου: «Ω γη της Περσίας, μεγάλο λιμάνι του πλούτου» (ὦ Περσὶς αἶα καὶ πολὺς πλούτου λιμήν, στ. 250). Η ίδια η Άτοσσα πιστεύει αρχικά πως τέτοιους θησαυρούς αναζητούσε ο γιος της στην εκστρατεία του. Όμως ο Χορός αποκαλύπτει μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα: ο μοναδικός υλικός πλούτος των Αθηναίων είναι «κάποια φλέβα ασήμι» (ἀργύρου πηγή τις, στ. 238).
Ο περσικός στρατός παρουσιάζεται συχνά όχι ως σύνολο ελεύθερων ανθρώπων, αλλά ως μια τεράστια απρόσωπη δύναμη. Ο Αισχύλος χρησιμοποιεί χαρακτηρισμούς όπως στῖφος (στ. 20), ὄχλος (στ. 53) και ποιμανόριον, δηλαδή «κοπάδι» (στ. 74). Τον παρομοιάζει ακόμη με ένα μεγάλο ανθρώπινο κύμα (μεγάλῳ ῥεύματι φωτῶν, στ. 88), ενώ ο τρόπος πολέμου των Περσών βασίζεται κυρίως στη μάχη από απόσταση με τόξα (στ. 146-149, 239, 269).
Αντίθετα, οι Έλληνες είναι πολύ λιγότεροι αριθμητικά. Στη ναυμαχία διαθέτουν μόνο 300 πλοία (στ. 338-339) απέναντι στα 1207 περσικά (στ. 341-343). Στη μάχη όμως δεν κυριαρχεί ο αριθμός, αλλά η αποφασιστικότητα. Οι Έλληνες πολεμούν από κοντά, με λόγχη και ασπίδα (στ. 146-149, 229) και καταφέρνουν να επικρατήσουν.
Για τον Αισχύλο η εξήγηση βρίσκεται και στη θεϊκή τάξη. Οι θεοί στέκονται δίπλα σε εκείνους που δεν ξεπερνούν το μέτρο. «Κάποιος θεός έδωσε στους Έλληνες τη δόξα της ναυμαχίας» (θεὸς ναῶν ἔδωκε κῦδος Ἕλλησιν μάχης, στ. 454-455), ενώ «οι θεοί σώζουν την πόλη της θεάς Παλλάδας» (θεοὶ πόλιν σῴζουσι Παλλάδος θεᾶς, στ. 347). Ακόμη και ο Άρης, ο θεός του πολέμου, παρουσιάζεται στο πλευρό των Ιώνων, δηλαδή των Ελλήνων (Ἰάων ναύφαρκτος Ἄρης ἑτεραλκὴς, στ. 950-951).
Αντίθετα, για τους Πέρσες η θεϊκή παρέμβαση παίρνει τη μορφή της τιμωρίας. «Τα φέραν όλα κάκιστα οι θεοί» (Πέρσαις ὡς πάντᾳ παγκάκως <θεοὶ> θέσαν, στ. 282-283). Ένας θεός στέλνει μεγάλες συμφορές επάνω τους (κακῶν ἃ Πέρσαις ἐγκατέσκηψεν θεός, στ. 513-514), ένας σκοτεινός δαίμονας τους εξαπατά (ὦ στυγνὲ δαῖμον, ὡς ἄρ᾽ ἔψευσας φρενῶν Πέρσας, στ. 472-473) και ποδοπατά το γένος τους (ὦ δυσπόνητε δαῖμον, ὡς ἄγαν βαρὺς ποδοῖν ἐνήλου παντὶ Περσικῷ γένει, στ. 515-516).
Η καταστροφή παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα μιας ανώτερης δικαιοσύνης: «κάποιος θεός ρήμαξε τον στρατό» (δαίμων τις κατέφθειρε στρατόν, στ. 345) και ένας εκδικητής ή κακός δαίμονας στάθηκε η αρχή όλων των δεινών (ἦρξεν τοῦ παντὸς κακοῦ φανεὶς ἀλάστωρ ἢ κακὸς δαίμων ποθέν, στ. 353-354). Απέναντι στην ύβρη των Περσών οι θεοί δείχνουν φθόνο (στ. 362) και εναντίωση (τἀνταῖα θεῶν, στ. 604). Έτσι ο Αισχύλος οδηγεί τον θεατή πέρα από τη στρατιωτική αναμέτρηση. Η Σαλαμίνα γίνεται σύμβολο της αιώνιας σύγκρουσης ανάμεσα στην αλαζονεία της δύναμης και στο μέτρο που ορίζει την ανθρώπινη μοίρα. Η Σαλαμίνα στους Πέρσες δεν είναι μόνο πολεμική σύγκρουση. Είναι σύγκρουση δύο αντιλήψεων ζωής. Από τη μία η αυτοκρατορία της ποσότητας: αμέτρητος στρατός, πλούτος, χρυσός, υποταγμένοι λαοί. Από την άλλη ένας μικρός κόσμος που υπερασπίζεται την ελευθερία του.
Αλλά μπροστά στον νόμο του μέτρου, ακόμη και ο ισχυρότερος βασιλιάς στέκεται γυμνός.Και τότε δεν ακούγεται πια ο θόρυβος της αυτοκρατορίας. Ακούγεται μόνο ο θρήνος του ανθρώπου.
Μετάφραση: Ιωάννης Γρυπάρης Ραδιοφωνική προσαρμογή και ραδιοσκηνοθεσία: Κωστής Μιχαηλίδης Ακούγονται οι ηθοποιοί: Αθανασία Μουστάκα (Βασίλισσα Ἄτοσσα), Στέλιος Βόκοβιτς (Αγγελιαφόρος), Γιάννης Αποστολίδης (Φάντασμα Δαρείου), Νίκος Χατζίσκος (Ξέρξης) Χορός: Γκίκας Μπινιάρης, Γρηγόρης Βαφιάς, Θόδωρος Ανδριακόπουλος, Αλέκος Δεληγιάννης Κορυφαίος του Χορού: Γιάννης Αυλωνίτης
Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο
